Πως μιλάμε στο παιδί μας για την απώλεια; Η απώλεια μπορεί να αφορά ένα αγαπημένο πρόσωπο, ένα αγαπημένο κατοικίδιο, ένα διαζύγιο, έναν αγαπημένο φίλο που μετακομίζει μακριά, ένα αγαπημένο σπίτι που χάνεται με μια μετακόμιση, ένα αγαπημένο σχολείο, έναν αγαπημένο δάσκαλο και η λίστα συνεχίζει και συνεχίζει.

Οι ψυχολόγοι θα πούμε με τα πιο απλά και κατανοητά λόγια ανάλογα πάντα με την ηλικία του παιδιού, λέγοντας πάντα την αλήθεια ξεκάθαρα και με σαφήνεια, χωρίς να μπαίνουμε σε λεπτομέρειες που θα αφορούσαν έναν ενήλικο και όχι ένα παιδί. Ο πιο ασφαλής τρόπος για το πόσα μπορεί κανείς να πει σε ένα παιδί, είναι να αφήσει το ίδιο το παιδί να καθοδηγήσει τη κουβέντα με τις ερωτήσεις του. Συνήθως όταν ένα παιδί είναι ικανό να κάνει από μόνο του μια ερώτηση, τότε είναι ικανό να πάρει και την απάντηση σε αυτή την ερώτηση.

Δίνουμε χρόνο στο παιδί να διαχειριστεί τη νέα πραγματικότητα, με όποιο τρόπο το ίδιο θέλει και μπορεί. Οι φροντιστές είμαστε διαθέσιμοι, να σταθούμε δίπλα του, σε αυτή τη πορεία με όποιον τρόπο μας έχει ανάγκη, ενσυναίσθηση, συναισθηματικό κράτημα, κουβέντα, παιχνίδι, αναγνώριση και κατανόηση συναισθημάτων.

Ενισχύουμε την έκφραση συναισθήματος του παιδιού, δηλαδή του επιτρέπουμε να μιλήσει για τα συναισθήματα που του προκαλεί η απώλεια, χωρίς να φοβόμαστε ότι θα πληγωθεί από την έκφραση συναισθημάτων όπως θλίψη, θυμό, φόβο, απογοήτευση κ.α. Η απώλεια πληγώνει, όχι η γνώση της ή η κουβέντα για την απώλεια ή το συναισθηματικό μοίρασμα. Αντιστοίχως σεβόμαστε και ένα παιδί που δεν θέλει να μοιραστεί τα συναισθήματα του και προτιμά μια πιο ιδιωτική διαχείριση της απώλειας του. Ένα παιδί που δεν μιλά ή δεν ξεσπά συναισθηματικά δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι θα έχει «πρόβλημα».

Πως διαχειρίζονται οι φροντιστές του παιδιού τα δικά τους συναισθήματα, μπροστά στο παιδί, όταν η απώλεια είναι και δική τους; Είναι ανάγκη και για αυτούς να βιώσουν την απώλεια τους με όποιον τρόπο θέλουν και μπορούν. Μπορούν να μοιράζονται τα συναισθήματα τους με το παιδί, τόσο όσο έχουν ανάγκη, χωρίς να φοβούνται ότι θα το πληγώσουν περισσότερο. Αν οι ενήλικες εκφράσουν και μοιραστούν τα συναισθήματα τους, «επιτρέπουν» και στα παιδιά τους να κάνουν το ίδιο, χωρίς φόβο και ενοχή ότι κάποιος πληγώνεται περισσότερο. Τα παιδιά έχουν από τη φύση τους τη δυνατότητα να επικοινωνούν μέσω των συναισθημάτων, ακόμα και όταν αυτά δεν μπαίνουν σε λόγια. Μπορούν λοιπόν να νιώσουν πως νιώθουν οι φροντιστές τους ακόμα και αν εκείνοι προσπαθούν να κρύψουν τα συναισθήματα τους, με την έγνοια να μη τα πληγώσουν περισσότερο. Το να βάλει ο φροντιστής σε λόγια αυτό που νιώθει ο ίδιος και αυτό που νιώθει το παιδί, κάνει το παιδί να νιώθει ασφάλεια.

Χρειάζεται το παιδί να ενημερωθεί για τα γεγονότα από ειδικό ψυχικής υγείας; Σε κάθε περίπτωση η απάντηση είναι όχι. Το παιδί είναι ανάγκη να ενημερωθεί από τους δικούς του ανθρώπους. Οι δικοί του άνθρωποι αν θέλουν και το κρίνουν σκόπιμο, μπορούν να συμβουλευθούν ειδικό ψυχικής υγείας για το πώς θα μιλήσουν στο παιδί τους.

Χρειάζεται το παιδί να μιλήσει με ειδικό ψυχικής υγείας για να αντιμετωπίσει την απώλεια; Όχι, παρά μόνο αν το ζητά το ίδιο. Όλοι οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι, και διαθέτουν μηχανισμούς άμυνας, για να διαχειρίζονται και τα άσχημα γεγονότα της ζωής. Χρειάζονται να αφήσουν αυτούς τους μηχανισμούς να λειτουργήσουν. Σε αυτή τη φάση, εάν ένας άνθρωπος το επιθυμεί, μπορεί να απευθυνθεί σε ειδικό ψυχικής υγείας για να έχει μια συνοδεία στη διαδικασία του πένθους. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν είναι σε καμία περίπτωση επιβεβλημένο.

Εάν και εφόσον, μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα ένα παιδί, όπως ακριβώς και ένας ενήλικος, αντί να νιώθει ότι αναρρώνει από τις συνέπειες της απώλειας, νιώθει να επιβαρύνεται, και τα συναισθήματα αντί να μαλακώνουν εντείνονται και δυσκολεύουν τη ζωή, τότε οι φροντιστές του μπορούν να απευθυνθούν για βοήθεια σε έναν ειδικό ψυχικής υγείας, ή και το ίδιο το παιδί αναλόγως της ηλικίας του.

Ψυχολόγος- Κλινική Νευροψυχολόγος

Μπεμπλιδάκη Χρύσα

Comments are closed.